24 March 2011

Ζάλη

Έχουμε βγει για ένα χαλαρό ποτό. Ο καιρός είναι κρύος, έξω ρίχνει χιονόνερο. Το μαγαζί όμως είναι μικρό, η μουσική οριακά δυνατή και τα παιδιά που δουλεύουν ιδιαίτερα φιλικά. Ο κόσμος λιγοστός κι ετερόκλητος. Δυο παρέες νεαρών παιδιών, ένα νεαρό ζευγάρι, ένα μεσήλικο ζευγάρι, δύο νεαροί-μεσήλικοι στο bar, ο καθένας παρέα με το ποτό του, δύο νεαρές κοπέλες επίσης στο bar και αριστερά μας μία παρέα 3 μεσήλικων γυναικών, καθισμένες σε ένα τραπέζι μπροστά στο τζάμι. Μαζί τους δύο άντρες, οι οποίοι μετά από κάποια ώρα αποχωρούν. Η ατμόσφαιρα είναι ήρεμη και καθένας ασχολείται με την παρέα του (ή το ποτό του). Κάποια στιγμή, δύο κύριοι μπαίνουν στο μαγαζί και κοντοστέκονται στην είσοδο. Κοιτάζουν τριγύρω τους και κάτι λέει ο ένας στον άλλον. Μία από τις σερβιτόρες τους βλέπει και προχωράει προς το μέρος τους. Τους δείχνει ένα τραπέζι για δύο, δίπλα στην είσοδο. Εκείνοι κάθονται χωρίς να παραγγείλουν. Αυτή ήταν μάλλον η συμφωνία τους για την παραχώρηση του τραπεζιού. Είναι και ο δύο χαμένοι στις σκέψεις τους. Φαίνεται πως τους παίρνει ο ύπνος στην καρέκλα. Κάποια στιγμή, τα γέλια της παρέας στα αριστερά μας τους κάνει να ανοίξουν τα μάτια τους. Μιλάνε λίγο μεταξύ τους κι ύστερα, τρεκλίζοντας, κατευθύνονται προς τις κυρίες. Ο ένας κάθεται σε μία καρέκλα, ο άλλος παραμένει όρθιος. Προσπαθούν να συζητήσουν, μα δεν είναι σε θέση. Η σερβιτόρα τους βλέπει κι έρχεται προς το μέρος τους, ζητώντας τους να επιστρέψουν στο τραπέζι τους. Εκείνοι υπακούν, με ύστερα από μερικά λεπτά και σύντομη συζήτηση, ξαναπλησιάζουν τη γυναικεία παρέα. Τους κοιτάζουν κάπως αμήχανες, κι η σερβιτόρα αναλαμβάνει να φέρει την ισορροπία ακόμα μία φορά. Τους ζητάει να καθίσουν και πάλι στο τραπέζι τους, και προτείνει στη γυναικεία παρέα να μεταφερθεί σε ένα άλλο τραπέζι προς το βάθος του μαγαζιού. Εκείνες σηκώνονται και με κάπως αμήχανο γέλιο προχωρούν προς τα μέσα. Οι κύριοι επιστρέφουν στο τραπέζι τους και συζητούν έντονα, μα είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβεις τί λένε. Κάποια στιγμή σηκώνονται. Φαίνεται πως διαφωνούν για το αν θα φύγουν. Ο ένας κατευθύνεται προς την πόρτα, ο άλλος τον τραβάει προς τα πίσω. Βγαίνουν τελικά έξω, κοντοστέκονται, ξαναμπαίνουν μέσα. Κάθονται και πάλι στο τραπεζάκι τους, και μετά από λίγα λεπτά το ίδιο σκηνικό. Αυτή τη φορά φεύγουν, όμως ο ένας επιστρέφει ύστερα από λίγο και σχεδόν σωριάζεται στο ίδιο τραπέζι. Μόνος του. Κοιμάται, ξυπνάει, παραμιλάει... Κάποια στιγμή μπαίνει ο φίλος του μέσα και προσπαθεί να τον πάρει να φύγουν και πάλι. Εκείνος όμως θέλει να κάτσουν. Κι ας μην τους επιτρέπεται να πιουν άλλο. Τουλάχιστον δε θα είναι έξω στο κρύο. Ο άλλος κατευθύνεται και πάλι προς την έξοδο, ακολουθούμενος από τον φίλο του ο οποίος προσπαθεί να τον μεταπείσει. Μάταια όμως. Αναγκάζεται να επιστρέψει χωρίς παρέα σ' εκείνο το τραπεζάκι. Στην προσπάθειά του να καθίσει στην καρέκλα, παραλίγο να πέσει κάτω. Σηκώνει με ιδιαίτερο κόπο οφείλω να ομολογήσω το κεφάλι του, και κοιτάζει γύρω του τις υπολοιπες παρέες. Κοιτάζει προς την έξοδο, το φίλο του που δεν είναι πλέον εκεί. Ξανακοιτάζει μέσα. Σκύβει το κεφάλι, στηρίζει τα χέρια του στο βρώμικο τραπέζι και κρύβει το πρόσωπό του μέσα στις παλάμες του. Και κλαίει. Με  λυγμούς, ένα διαρκές παράπονο και πολλά δάκρυα. Κλαίει. Και μέσα σε όλη την αθλιότητά του, το λυτρωτικό αυτό κλάμα σε κάνει να νιώθεις κι εσύ άθλιος. Ίσως περισσότερο κι από τον μπεκρή.

Αργότερα, κοιτάζει μία τελευταία φορά τριγύρω του και φεύγει. Δεν ξαναγύρισε εκείνο το βράδυ.




ΕΚΔΙΚΗΣΗ (Τ. Λειβαδίτης)
                     Φτῦστε με
                     χτυπῆστε με
                     ποδοπατῆστε με
                     ἐγὼ
                     κάθε βράδι
                     σᾶς ἐκδικοῦμαι
                     καθὼς
                     γυρίζοντας ἀργὰ
                     σπίτι μου
                     πιωμένος
                    ταπεινωμένος
                    πλαγιάζω ἀγκαλιὰ
                    μ' ἓνα ἀηδόνι.

No comments: