"Καλησπέρα", της είπε προσφέροντάς της ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.
Εκείνη πήρε το κρασί μα δεν αποκρίθηκε. Ήξερε πως σε κάθε περίπτωση, ο κύριος αυτός για την επόμενη μισή τουλάχιστον ώρα δε θα έφευγε. Και είχε δίκιο.
Κάθισε δαιγώνια δίπλα της. Αρκετά μακρυά ώστε να μην εισβάλει στο χώρο της, αρκετά κοντά ώστε να διακρίνει τις αντιδράσεις της κι αρκετά διαγώνια ώστε να της δίνει περιθώριο να αποφεύγει να τον κοιτάζει. Ήξερε από αυτά.
Και το κατάλαβε κι αυτή πως ήξερε. Μα αντί αυτό να τη χαλαρώσει, την άγχωσε περισσότερο. Πώς αντιμετωπίζεις τον σχεδόν εαυτό σου, όταν το μόνο σου όπλο είναι ένα ποτήρι κόκκινο κρασί; Ο χώρος γύρω τους είχε ψυχρές αποχρώσεις του μπλε και πολύ θόρυβο. Η μουσική έπαιζε πολύ δυνατά κι η πλειοψηφία όσων τους προσπερνούσαν άφηνε διάχυτη τη μυρωδιά της μέθης. Υπήρχε μία φοιτητική παρέα 1.500 ατόμων. Περίπου.
"Λοιπόν, γιατί δε χορεύεις;" , τη ρώτησε.
Εκείνη άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στην πίστα μπροστά της. Αναζήτησε την παρέα της, τράβηξε κάποιες λαθραίες φωτογραφίες. Ύστερα κοίταξε αυτόν.
"Γιατί κάθεσαι εδώ στην άκρη του καναπέ μόνη σου;" , συνέχισε.
Κατέβασε τα μάτια της στο πάτωμα. Κοίταξε τα παπούτσια της, τα ρούχα της. Κατόπιν, κοίταξε τα άλλα τραπέζια γύρω της. Νεαρά κορμιά σε αποσύνθεση. Έρμαια του οινοπνεύματος και παραδωμένα στη ζάλη. Να κινούν ρυθμικά το κεφάλι. Συνειδητοποιήσε πως κι εκείνη έκανε το ίδιο με το πόδι της. Το σταμάτησε κι έμεινε να κοιτάζει το θολό περίγραμμα της μπότας της και το απαίσιο κόκκινο χαλί κάτω από αυτήν.
"Είναι αυτή η γενιά σου;" , σα να ήταν μέσα στο μυαλό της, ήξερε πότε έπρεπε να κάνει την επόμενη ερώτηση.
Αυτή τη φορά γύρισε και τον κοίταξε. Τον κάρφωσε μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα ήπιε μία γουλιά από το κρασί. Απολαυστικό, πράγματι. Ω, σε παρακαλώ, μην κάνεις την επόμενη ερώτηση. Ήταν μια σωπηλή, εσωτερική παράκληση προς αυτόν. Μα δεν την άκουσε. Ή έκανε πως δεν την άκουσε.
"Τί κάνεις εσύ εδώ;"
Σιωπή κι ακινησία. Ύστερα από λίγο ψιθύρισε "Διασκεδάζω" και βούρκωσε.
Η μπάντα τραγουδούσε "Oh freedom, freedom, freedom... FREEDOM!"
Ο κύριος σήκωσε το ποτήρι του για πρόποση, εκείνη κοίταξε τον κόσμο που χόρευε και χαμογέλασε. "Στην ελευθερία".
Εκείνη πήρε το κρασί μα δεν αποκρίθηκε. Ήξερε πως σε κάθε περίπτωση, ο κύριος αυτός για την επόμενη μισή τουλάχιστον ώρα δε θα έφευγε. Και είχε δίκιο.
Κάθισε δαιγώνια δίπλα της. Αρκετά μακρυά ώστε να μην εισβάλει στο χώρο της, αρκετά κοντά ώστε να διακρίνει τις αντιδράσεις της κι αρκετά διαγώνια ώστε να της δίνει περιθώριο να αποφεύγει να τον κοιτάζει. Ήξερε από αυτά.
Και το κατάλαβε κι αυτή πως ήξερε. Μα αντί αυτό να τη χαλαρώσει, την άγχωσε περισσότερο. Πώς αντιμετωπίζεις τον σχεδόν εαυτό σου, όταν το μόνο σου όπλο είναι ένα ποτήρι κόκκινο κρασί; Ο χώρος γύρω τους είχε ψυχρές αποχρώσεις του μπλε και πολύ θόρυβο. Η μουσική έπαιζε πολύ δυνατά κι η πλειοψηφία όσων τους προσπερνούσαν άφηνε διάχυτη τη μυρωδιά της μέθης. Υπήρχε μία φοιτητική παρέα 1.500 ατόμων. Περίπου.
"Λοιπόν, γιατί δε χορεύεις;" , τη ρώτησε.
Εκείνη άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στην πίστα μπροστά της. Αναζήτησε την παρέα της, τράβηξε κάποιες λαθραίες φωτογραφίες. Ύστερα κοίταξε αυτόν.
"Γιατί κάθεσαι εδώ στην άκρη του καναπέ μόνη σου;" , συνέχισε.
Κατέβασε τα μάτια της στο πάτωμα. Κοίταξε τα παπούτσια της, τα ρούχα της. Κατόπιν, κοίταξε τα άλλα τραπέζια γύρω της. Νεαρά κορμιά σε αποσύνθεση. Έρμαια του οινοπνεύματος και παραδωμένα στη ζάλη. Να κινούν ρυθμικά το κεφάλι. Συνειδητοποιήσε πως κι εκείνη έκανε το ίδιο με το πόδι της. Το σταμάτησε κι έμεινε να κοιτάζει το θολό περίγραμμα της μπότας της και το απαίσιο κόκκινο χαλί κάτω από αυτήν.
"Είναι αυτή η γενιά σου;" , σα να ήταν μέσα στο μυαλό της, ήξερε πότε έπρεπε να κάνει την επόμενη ερώτηση.
Αυτή τη φορά γύρισε και τον κοίταξε. Τον κάρφωσε μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα ήπιε μία γουλιά από το κρασί. Απολαυστικό, πράγματι. Ω, σε παρακαλώ, μην κάνεις την επόμενη ερώτηση. Ήταν μια σωπηλή, εσωτερική παράκληση προς αυτόν. Μα δεν την άκουσε. Ή έκανε πως δεν την άκουσε.
"Τί κάνεις εσύ εδώ;"
Σιωπή κι ακινησία. Ύστερα από λίγο ψιθύρισε "Διασκεδάζω" και βούρκωσε.
Η μπάντα τραγουδούσε "Oh freedom, freedom, freedom... FREEDOM!"
Ο κύριος σήκωσε το ποτήρι του για πρόποση, εκείνη κοίταξε τον κόσμο που χόρευε και χαμογέλασε. "Στην ελευθερία".

2 comments:
πανέμορφο και αληθινό κείμενο.
το ίδιο όμορφη και η φωτογραφία.
"στην ελευθερία από τη μία παρέα" λοιπον, ίσως;
να είσαι πολύ καλα.. ευχαριστώ για τη θέα
Η θέα είναι.. κοινή. :) Ο καθένας μας απλά εστιάζει αλλού. Σε ευχαριστώ, να είσαι καλά.
Post a Comment