08 June 2010

Φως

Όταν ξημέρωσε, σηκώθηκε αργά και ξεκίνησε για την επιστροφή. Ολόκληρο το προηγούμενο βράδυ είχε μείνει εκεί, δίπλα στη λίμνη. Έβλεπε το φεγγάρι να καθρεφτίζεται στα νερά, κι άφηνε τη σκέψη του να ταξιδεύει. Δηλαδή, τί να ταξιδεύει; Μονόδρομος η σκέψη. Ο τόπος, ο πόνος, η ομορφιά. Η ελπίδα, η αγάπη, ο καημός. Το δάκρυ, το γέλιο. Η πίστη, η αγωνία. Ο φόβος, ο σπαραγμός. Όλα στο ίδιο πρόσωπο.

Πρόσωπο γεμάτο σημάδια, με μάτια υγρά και χαμόγελο πλατύ. Ένας δημοσιογράφος της είχε πει κάποτε "Είναι κρίμα αυτό το υπέροχο χαμόγελο να το χαρίζετε μόνο σε εμάς. Θέλετε να το χαρίσετε και στον υπόλοιπο κόσμο;" Πίσω του, στεκόταν ένας νεαρός με μία βιντεοκάμερα στον ώμο.

Αλλά το κράτησε κρυφό. Όπως και πολλά ακόμη. Μπορούσε να πει πολλά γι' αυτήν. Από την άλλη, ένιωθε να μην ξέρει τίποτα. Τίποτα ιδιαίτερο, ξεχωριστό. Καμιά φορά, της μίλαγε για βάθος. Τί βάθος και τί επιφάνεια, σκεφτόταν τότε εκείνη. Φοβόταν και η ίδια να το ψάξει.

Είχε μείνει εκεί, όλη τη νύχτα. Συντροφιά ο ουρανός, το νερό και φύση. Όλα ένα. Πού και πού πρέπει να είχε αποκοιμηθεί, γιατί κάποιες σκέψεις έμοιαζαν με όνειρα. Τόσο έντονη και τόσο ήρεμη νύχτα. Όχι συχνά, ακουγόταν το ουρλιαχτό κάποιου λύκου. Τότε ανατρίχιαζε, γιατί η κραυγή αυτή του θύμιζε μίαν άλλην, σπαρακτική, και στήλωνε τη ματιά στο απέναντι βουνό. Σα να προσπαθούσε να διακρίνει αν αυτός που έκλαιγε ήταν όντως λύκος κι όχι άνθρωπος.

Μάταιος κόπος. Το σκοτάδι ήταν πυκνότερο κι από αυτό στις ανθρώπινες ψυχές. Τότε ξαναγύριζε τα μάτια του στο νερό και μέσα εκεί προσπαθούσε να διακρίνει τα αστέρια. Μάταιος κόπος κι αυτός. Όσο φωτεινά κι αν είναι, πρέπει να κοιτάς προς το μέρος τους για να τα δεις, στις αντανακλάσεις χάνονται. Μα όχι και κατάματα, γιατί φοβούνται και κρύβονται. Να τα βλέπεις, χωρίς να τα κοιτάς.

Άδειασε το είναι του εκείνη τη βραδιά. Λίγο πριν την ανατολή, έκλεισε τα μάτια, πήρε μία έκφραση λατρείας. Λες και υμνούσε το φως που πρόβαλε διστακτικά. Μερικά λεπτά αργότερα, σηκώθηκε, έβρεξε το πρόσωπό του με λίγο νερά και κοίταξε απευθείας τον ήλιο. "Πόσες φορές σου έχω πει να μην το κάνεις αυτό; Θα τυφλωθείς." Γέλασε κοφτά. Το είχε χάσει το φως του καιρό τώρα. Έριξε το παλτό στον έναν ώμο, την τσάντα του στον άλλον, και ξεκίνησε.

Ένιωθε πως έκανε το χρέος του. Φύλαξε σκοπιά τη νύχτα, προστατεύοντας τον ήλιο. Μπορούσε λοιπόν να αποσυρθεί στο μύλο του. Κι ο αγαπημένος του ήλιος, όφειλε να χαρίσει στην πλάση, όλο του το φως. Κι έμεινε ο ήλιος μόνος. Η λάμψη του σκίασε τα αστέρια. Το φεγγάρι κρύφτηκε λίγο μετά την ανατολή του. Μάταια προσπαθούσε να διαπεράσει τους πέτρινους τοίχους.

Έμεινε εκεί να καίγεται. Ακόμα κι όταν η γη τού γύρισε την πλάτη.

No comments: