Τον τελευταίο καιρό περνάω αρκετές ώρες της ημέρας στο δωμάτιό μου, στο κρεβάτι μου. Από το παράθυρό μου φαίνονται λίγο μία πολυκατοικία, λίγο ένας συνοικιακός δρόμος και λίγο ένας κεντρικός δρόμος. Και λίγος ουρανός. Ε, εντάξει. Έχει και κάτι κλαδιά από ένα πεύκο.
Σπάνια παρατηρώ βέβαια τις κινήσεις. Συνήθως, αφουγκράζομαι τους ήχους.
Πρωί.. Ακόμα δεν έχει χαράξει. Αλλά ακούγεται επίμονα μία κόρνα. Πολύ επίμονα. Μάλλον κάποιος έκλεισε πάλι το δρομάκι και δεν μπορεί να βγει ο άνθρωπος να πάει στη δουλειά του.
Όπως τότε που έκλεισε το κινητό σου, κι εγώ δεν ήξερα. Είχες αργήσει να επικοινωνήσεις, στο σπίτι δεν το σήκωνε κανείς, ούτε και στου φίλου σου που δουλεύατε τις τελευταίες μέρες ώρες ατελειώτες. Επί δυόμιση ώρες ανησυχούσα.
Φαντάζομαι βέβαια πως ο οδηγός δε χρειάστηκε να περιμένει τόσο πολύ. Έκανε άλλωστε και περισσότερη φασαρία.
Κάποια στιγμή, πήρες τηλέφωνο. Ω, ποτέ δεν περίμενα πως θα χαιρόμουν τόσο μα τόσο πολύ που θα σε άκουγα. Παρόλο που κάθε φορά χαιρόμουν. Σε μάλωσα και λίγο. Αλλά έβαλες τα γέλια. Μάλλον δεν το περίμενες.
Επιτέλους τα κορναρίσματα σταματάνε. Ησυχία και πάλι στη γειτονιά.
Μετά από λίγο, αρχίζουν άλλοι θόρυβοι, πιο μονότονοι. Ανεκλυστήρας που ανεβοκατεβαίνει, βήματα στις σκάλες, αυτοκίνητα που ξεκινάνε. Όχι όμως ομιλίες. Αυτές θα έρθουν αργότερα.
Όπως πάντα, προηγούνται οι βουβές ομιλίες, οι μονότονες. Αυτές που έχουμε ονομάσει σκέψεις. Υπάρχουν φορές, λίγες βέβαια, που αναρωτιέμαι για ποιο λόγο να μας είναι τόσο απαραίτητες οι σκέψεις. Οξύμωρο κάπως..
Αλλά τη βρήκα την απάντηση. Το να λέμε πως σκεφτόμαστε, μας απενοχοποιεί από την αδιαφορία που τελικά δείχνουμε για όλα τα υπόλοιπα. Όλοι οι άνθρωποι σκεφτόμαστε. Άλλοι το πού θα ξενυχτήσουν ένα ακόμα βράδυ, άλλοι το πώς θα αντέξουν ακόμα μία μέρα, άλλοι το πώς θα προσεγγίσουν κάποιο πρόσωπο, άλλοι το τί σκέφτονται οι υπόλοιποι και άλλοι το ότι κάποιοι σκέφτονται τί σκέφτονται οι άλλοι. Μπέρδεμα κι αυτό. Πολύπλοκες σκέψεις!
Φιλοσοφίες δηλαδή, να περνάει ο καιρός και να αλλάζει η διάθεσή μας.
Ήρθαν και οι πρώτες ομιλίες. Άρχισαν να ξυπνάνε τα παιδιά, ετοιμάζονται για το σχολείο. Κάποιες μαμάδες ακούγονται να αγωνιούν ακόμα ένα πρωινό πως τα παιδιά τους δε θα προλάβουν να πάνε στο σχολείο και θα χτυπήσει το κουδούνι. Κάποια παίρνουν το ψωμί τους "Πρέπει να φας το πρωινό σου!" και αρχίζουν να κλωτσάνε μία μπάλα. "Μην παίζεις μπάλα μες στο σπίτι παιδί μου, θα σπάσεις τίποτα."
Κι εσείς, μην παίζετε κρυφτό μέσα σας. Θα λυγίσετε. Η μεγαλύτερή μας δύναμη, είναι η κατανόηση των όσων θέλουμε και όσων μπορούμε. Πρέπει να μας προσφέρουμε δύναμη και βέβαια προκλήσεις. Δεν είναι και τόσο υγιές να στερούμαστε τα ακροβατικά. Σκοινί ισορροπίας, στροφή στον αέρα, ανοίγω τα χέρια μου και κινούμαι προς το μέρος σου. Πιάσε με! Για σένα τέντωσα τα χέρια! Από κάτω κενό, αλλά εγώ βρίσκομαι ήδη στη δίπλα κούνια.
Πέρα δώθε..
Έφυγαν και τα παιδιά, νέοι θόρυβοι έξω από το παράθυρο. Ξεκινούν τα κελαηδίσματα καθώς ο ήλιος σκαρφαλώνει βήμα βήμα. Πού και πού αυτοκίνητα περνάνε από το δρόμο, περιστασιακά ακούς και κάποια ένταση κάπου μακρυά, ένα κορνάρισμα ίσως. Και τηλέφωνα, ξεκινάν τα τηλέφωνα να χτυπάνε.
Σαν τους ανθρώπους στη ζωή μας. Κάποιοι είναι περαστικοί. Ένα βζιιν και φύγανε. Ίσα που προλάβαμε να τους ακούσουμε, να τους αντιληφθούμε. Περαστικοί. Άλλοι είναι κουτσοί περαστικοί. Δεν ήταν από πριν δηλαδή. Ήρθαν στη ζωή μας και πάλι ίσα ίσα για να τους ακούσουμε και να φύγουν. Αλλά φοβήθηκαν πως ίσως έχουμε βαρυκοΐα και θέλησαν να σιγουρευτούν πως θα τους αντιληφθούμε. Έτσι ύψωσαν φωνή, και ελέγχοντας αν τους προσέχουμε, ξέχασαν να ελέγξουν μπροστά τους και σκόνταψαν. Κουτσοί Περαστικοί. Είναι όμως και τα τηλέφωνα, οι επίμονοι. Αυτοί, δε θα μας αφήσουν σε ησυχία. Μεταξύ μας, όχι πως το θέλουμε κιόλας. Θα είναι εκεί και θα επιστρέφουν κάθε τρεις και λίγο. Θα ρωτάνε, θα επιμένουν. Αν δεν είμαστε εκεί να απαντήσουμε, θα ξανάρθουν. Πάλι και πάλι. Θα τους διώξουμε κάποιες φορές, θα τους αναζητήσουμε άλλες. Θα παραπονεθούμε τη μία γιατί μας πρήξανε, την άλλη γιατί μας ξεχάσανε. Και πάλι από την αρχή. Επίμονοι.
Μετά έρχεται η χειρότερη ώρα της ημέρας. Μεσημέρι. Τα παιδιά γυρίζουν αλλά είναι κουρασμένα. Οι μεγάλοι, όσοι είναι σπίτι αγχώνονται για το φαί, για το παιδί, για το διάβασμα, για το καθάρισμα. Όσοι δεν είναι, ζηλεύουν αυτούς που είναι. Δε μου αρέσει αυτή η ώρα, γιατί όλοι παραπονιούνται. Λέω να κοιμηθώ...
Αργότερα, θα ξυπνήσω πάλι. Σούρουπο και ησυχία. Θα βάλω μουσική. Είναι η μεταβατική ώρα αυτή. Η κούραση βγαίνει, κάποιοι ετοιμάζονται για ύπνο, κάποιοι κάθονται στην τηλεόραση. Κάποιοι άλλοι πάλι πηγαίνουν για έναν καφέ, μία βόλτα, μία ταινία. Οι λεγόμενες "εξωσχολικές" δραστηριότητες των παιδικών μας χρόνων.
Οι εξωσχολικές δραστηριότητες είχαν πάντα ένα βάρος. Το καταλαβαίναμε. Όλοι έλεγαν γι' αυτές, πόσο απαραίτητες είναι. Αλλά όφειλαν να είναι ευχάριστες, αφού το σχολείο τότε δεν ήταν. Σαν τη ζωή μας τώρα. Αφού το βασικό μέρος της ημέρας μας δε μας αρέσει, οι δραστηριότητες της ώρας αυτής οφείλουν να είναι όμορφες. Αλλά γιατί στον καφέ με το φίλο σας μιλάτε για προβλήματα; Γιατί στην τηλεόραση βάζετε τις εκπομπές που όλοι κλαίνε; Γιατί στο κρεβάτι στιφογυρνάτε; Ας ακούσω εγώ τη μουσική μου, κι ας σηκωθώ να ξεπιαστώ.
Α, εκεί στην άκρη βλέπω έναν κύριο και μία κοπελίτσα. Αρκετά χρόνια διαφοράς. Τους γνωρίζω. Ιδιαίτερη σχέση, όχι όμως ερωτική. Σεβασμός και κατανόηση, σαν μπαμπάς προς κόρη, η σχέση που θα έπρεπε να έχουν οι γονείς με τα παιδιά. Συναντιούνται συνήθως μία φορά το μήνα. Φαντάζομαι πως λένε τα νέα τους, καλά και κακά, ανταλλάσουν φιλοφρονήσεις και πόνους. Και σα να εξαφανίζονται και τα δύο στη διαδρομή, σα να μένει στο τέλος μόνο μία φράση "θα ΄μαι κοντά σου όταν μες θες". Μου αρέσει η σχέση τους. Δεν τη ζηλεύω. Σήμερα όμως διακρίνω μία ένταση. Χμ, είναι μάλλον που είχαν καιρό να βρεθούνε. Ωχ... Γιατί; Γιατί άνθρωπέ μου το έκανες αυτό; Τη φίλησε. Η κοπελίτσα αποτραβιέται. Χαμογελάει, με ένα χαμόγελο λυπημένο. Αχ τί όμορφο χαμόγελο! Φαντάζομαι τα μάτια βουρκωμένα και το ήρεμο αυτό χαμόγελο, συνδυασμός που φανερώνει πικρία και ανεκπλήρωτο όνειρο. Φεύγει... Άραγε θα ξαναβρεθούν;
Επιστρέφω στο κρεβάτι. Έχει πια νυχτώσει για τα καλά. Δεν υπάρχουν αρκετοί ήχοι για να προσέξω τώρα. Κάτι φωνές πού και πού. Επιφωνήματα πιο σωστά. Θα έχει αγώνα σήμερα, σκέφτομαι. Λες και κάθε άλλη μέρα δεν είναι αγώνας.
Πώς γίνεται να φωνάζουμε πάντα για τους άλλους και ποτέ για τον εαυτό μας; Πώς γίνεται να φωνάζουμε πάντα στους άλλους και ποτέ στον εαυτό μας; Τη μια μας φταίει ο διαιτητής της ζωής μας. Την άλλη μας φταίνε οι συμπαίκτες μας. Οι επίμονοι. Κι άλλοτε μας φταίει ο αντίπαλος. Που έχει πάρει τους πάντες με το μέρος του. Που δε δέχεται να μας αντιμετώπισει στα ίσα, γι' αυτό χάνουμε.
Να και τα πυροτεχνήματα στο τέλος.
Η ένταση των τηλεοράσεων χαμηλώνει. Τώρα το καταλαβαίνεις μόνο από τα φώτα που τρεμοπαίζουν πίσω από τις κουρτίνες των παραθύρων. Στην πολυκατοικία απέναντι, μία γιαγιά στέκεται στο παράθυρο. Έχει τραβήξει ελάχιστα την κουρτίνα και κοιτάει έξω. Να είναι η μοναξιά που την οδηγεί εκεί ή η περιέργια;
Εμάς τί μας οδηγεί; Η μοναξιά ή η περιέργια και αναζητούμε ανθρώπους; Η ανάγκη να μιλήσουμε ή η ανάγκη να ακούσουμε και να ξεχάσουμε; Κι αφού ψάχνουμε για ανθρώπους, γιατί μετά τους διώχνουμε; Γιατί επιτρέπουμε στον εαυτό μας να πει πως καλύτερα να μη σε είχα βρει ποτέ; Και τί να είναι άραγε αυτό; Εγωκεντρισμός ή εγωισμός;
Σιγά σιγά όλοι οι ήχοι χάνονται. Μόνο λίγοι έντονοι θόρυβοι από τον κεντρικό δρόμο. Μία μηχανή, ένα γρήγορο αυτοκίνητο. Ένα τρακάρισμα και μία σειρήνα. Πρώτα αστυνομική. Καμιά φορά και ασθενοφόρου. Συγκρούσεις.
Όπως μέσα μας. Ευτυχώς αυτές, δεν είναι θανάσιμες. Γιατί ουσιαστικά, πάντα προσέχουμε τον εαυτό μας. Ακόμα κι αν δεν είναι αυτός που θα θέλαμε, τον προσέχουμε. Του επιτρέπουμε να συγκρούεται, αλλά έχουμε μία παθολογική αγάπη γι' αυτόν και τον προστατεύουμε. Τον αφήνουμε να φτάσει στα άκρα, έτσι για να νιώσει πως έχει τη δύναμη να μας αψηφήσει. Αλλά πάντα θα τον σώσουμε την τελευταία στιγμή. Γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Γιατί ποιος θα απαντήσει αύριο το πρωί στα επίμονα τηλέφωνα;
5 comments:
"Κι εσείς, μην παίζετε κρυφτό μέσα σας. Θα λυγίσετε."
Να το συμπληρώσω? "Ή θα λυγίσετε ή κάποια μέρα δεν θα μπορέσετε να βρείτε τον εαυτό σας."
Σε ευχαριστώ. Καλό Σαββατόβραδο.
Ναι.. Ήλπιζα η προειδοποίηση να αρκεί, αλλά ίσως η ενδεχόμενη "ποινή" να είναι καλό να γνωστοποιείται..
Κι εγώ ευχαριστώ.. :)
Να 'σαι καλά, καλό βράδυ.
Τον αφήνουμε να φτάσει στα άκρα, έτσι για να νιώσει πως έχει τη δύναμη να μας αψηφήσει. Αλλά πάντα θα τον σώσουμε την τελευταία στιγμή. Γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.
Ίσως να μην είναι αν δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Αλλά κάτι άλλο.
Τι να είναι άραγε;
Ίσως.
Τί φαντάζεσαι πως θα μπορούσε να είναι;
Για άλλους είναι κοινό, για άλλους ξεχωριστό.
Δεν ξέρω, δεν μπορώ να φανταστώ.
Post a Comment